Ακολουθήστε μας

Χωρίς κατηγορία

Η ΛΑΜΙΑ η «φθηνότερη» ομάδα της φετινής Superleague


Αξίας 314,35 εκατομμυρίων ευρώ είναι η ελληνική Α’ Εθνική των 16 ομάδων, που ξεκίνησε χθες την διαδρομή της.

Πρόκειται για αποτίμηση της εξειδικευμένης γερμανικής ιστοσελίδας ποδοσφαίρου transfermarkt.de (στοιχεία από Σάββατο 28.8.2018), η οποία κατατάσσει το ελληνικό πρωτάθλημα στην 11η θέση της σχετικής λίστας, έχοντας μάλιστα να παρουσιάσει μέσο όρο ηλικίας τα 25,3 χρόνια και 43,7% ξένους.

Η έλλειψη δαπανηρών μεταγραφών, που είχε ως συνέπεια την διαμόρφωση της σχετικής αξίας, αναδεικνύει την αξία της σεζόν 2018-19 ως την χειρότερη των 13 τελευταίων χρόνων στην Ελλάδα. 

Ήταν η περίοδος 2005-06, που η γερμανική ιστοσελίδα είχε αξιολογήσει με χαμηλότερη αξία το ελληνικό πρωτάθλημα, στα 286,36 εκατ. ευρώ.
Υποχώρηση σημειώθηκε σε σχέση με την περασμένη σεζόν, που η αξία έφτασε στα 377,80 εκατομμύρια ευρώ, απομακρυσμένη φυσικά πολύ από τα 598,80 εκατομμύρια ευρώ της περιόδου 2010-11, όταν μόνο ο Ολυμπιακός κόστιζε 110,83 εκατ. ευρώ. Ήταν τότε η μεγαλύτερη αξία που παρουσίασε το ελληνικό πρωτάθλημα, στα τελευταία 20 χρόνια.

Την σεζόν 2018-19 η αξία της ελληνικής Α’ Εθνικής είναι χαμηλότερη από εκείνη που έχουν μόνοι τους 23 σύλλογοι των πέντε κορυφαίων πρωταθλημάτων της Ευρώπης:


Οκτώ της Premier League, που έχει συνολική αξία 8,11 δισεκατομμύρια ευρώ (Μάντσεστερ Σίτι, Λίβερπουλ, Τσέλσι, Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, Τότεναμ, Άρσεναλ, Έβερτον, Λέστερ), τέσσερις της Laliga που έχει συνολική αξία 4,96 δισεκατομμύρια ευρώ (Μπαρτσελόνα, Ρεάλ Μαδρίτης, Ατλέτικο Μαδρίτης, Βαλένθια), έξι της Serie A που έχει συνολική αξία 4,47 δισεκατομμύρια ευρώ (Γιουβέντους, Ιντερ, Νάπολι, Μίλαν, Ρόμα, Λάτσιο), τρεις της Bundesliga που έχει συνολική αξία 3,79 δισεκατομμύρια ευρώ (Μπάγερν, Ντόρτμουντ, Λεβερκούζεν) και δύο της Ligue 1 που έχει συνολική αξία 2,73 δισεκατομμύρια ευρώ (Παρί Σεν Ζερμέν, Λιόν).

Η αξία της νέας σεζόν στην Α’ Εθνική είναι μικρότερη κατά 124,80 εκατομμύρια ευρώ της συνολικής (437,65) των τριών συλλόγων-αντιπάλων των ελληνικών ομάδων στα Κύπελλα Ευρώπης 2018/19: Βίντι (13,90), Μπενφίκα (235,50) και Μπέρνλι (183,75).


Είναι χαρακτηριστικό επίσης, πως, πέρα από τις ομάδες, κορυφαίοι παίκτες όπως οι Λιονέλ Μέσι και Νεϊμάρ, κοστολογούνται από 180 εκατομμύρια ευρώ ο καθένας, περισσότερο από το μισό της αξίας των 16 ομάδων της ελληνικής Α’ Εθνικής.

Η αξία των ελληνικών ομάδων


O Ολυμπιακός εξακολουθεί και αυτή την σεζόν να είναι η ελληνική ομάδα με την μεγαλύτερη αξία, σύμφωνα με την ιστοσελίδα transfermarkt.de, φτάνοντας τα 73,95 εκατ. ευρώ (από 98,90 την περασμένη σεζόν), μπροστά από τον ΠΑΟΚ (57,90 από 64,05) και την ΑΕΚ (37,70 από 36,05).

Ο Παναθηναϊκός, ο οποίος ήταν πέρυσι τρίτος (43,10), τώρα υποχώρησε στην τέταρτη θέση της κατάταξης με μόλις 16,98 εκατ. ευρώ.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η ΑΕΚ που αύξησε την αξία της σε σχέση με την περασμένη σεζόν, παρουσιάζει 18 ποδοφαιριστές να κοστίζουν περισσότερο και μόλις δύο να έχει υποχωρήσει η τιμή τους.

Από εκεί και πέρα:

Ατρόμητος – 14,00 εκατομμύρια ευρώ, 

Αστέρας Τρίπολης – 13,55, 
Πανιώνιος – 12,83, 
ΠΑΣ Γιάννινα – 12,20, 
Άρης – 11,05, 
Ξάνθη – 10,68, 
Παναιτωλικός – 10,45, 
ΟΦΗ – 9,90, 
Απόλλων Σμύρνης – 9,38, 
Λάρισα – 8,80, 
Λεβαδειακός – 7,93, 
ΠΑΣ Λαμία – 7,08.

Ξεχωρίζουν επίσης στοιχεία και νούμερα της νέας σεζόν:

– Ο Παναθηναϊκός είναι η πιο νεανική ομάδα, παρουσιάζοντας τον πιο μικρό μέσο όρο ηλικίας (22,9 χρόνια), ενώ ο ΠΑΣ Λαμία το μεγαλύτερο (28), την ώρα που το ελληνικό πρωτάθλημα συνολικά έχει 25,6 χρόνια μέσο όρο.


– Ο Ολυμπιακός είναι η ομάδα με τους περισσότερους παίκτες (42) και ο ΠΑΣ Λαμία με τους λιγότερους (25) στους συνολικά 490 που έχουν οι 16 ομάδες.


– Ο ΠΑΟΚ είναι η ομάδα με τους περισσότερους ξένους παίκτες (19), ενώ ο ΟΦΗ εκείνη με τους λιγότερους (5) σε σύνολο 214 λεγεωνάριων, που αντιπροσωπεύουν το 43,7% της Α’ Εθνικής.


– Πιο ακριβός παίκτης του πρωταθλήματος κοστολογείται ο Κώστας Φορτούνης με αξία 7 εκατομμύρια ευρώ.


Στατιστική και αριθμοί που αναφέρονται στην ιστορία του ελληνικού πρωταθλήματος:


– Τον καλύτερο μέσο όρο προπονητή σε νίκες/βαθμούς τα τελευταία 20 χρόνια παρουσιάζει ο Ισπανός Μίτσελ με 2.37, αφού σε τρεις σεζόν στον Ολυμπιακό, μάζεψε 148 βαθμούς από 60 παιχνίδια.


– Τον υψηλότερο μέσο όρο φιλάθλων τα τελευταία 20 χρόνια σε μία σεζόν έχει η ΑΕΚ με 27.627 από την περίοδο 2004-05. Στις 7 Νοεμβρίου 2014, στον αγώνα ΑΕΚ-Ολυμπιακός (0-0) δημιουργήθηκε ρεκόρ εισιτηρίων (63.129), ενώ στις 19/12/2005 στο παιχνίδι Ακράτητος-Ξάνθη είχαμε τους λιγότερους θεατές (26).


– Ο Παναθηναϊκός πέτυχε τη σεζόν 1992-93, στην 12η αγωνιστική (6/12/1992), τη μεγαλύτερη νίκη στα τελευταία 20 χρόνια, επικρατώντας με σκορ 9-1 του Εδεσσαϊκού.


– Δύο αγώνες, Κέρκυρα-ΟΦΗ (4-1 στις 15/3/15) και Παναθηναϊκός-Πανιώνιος (2-1 στις 30/3/08), είναι εκείνοι με τα πιο πολλά πέναλτι (4) τα τελευταία 20 χρόνια ιστορίας του πρωταθλήματος.


– Ο Κριστόφ Βαζέχα (Παναθηναϊκός) με 391 αγώνες (34.206 λεπτά), 244 γκολ και 1 ασίστ, είναι σύμφωνα με την γερμανική ιστοσελίδα, ο κορυφαίος ξένος παίκτης, μπροστά από τον Πρέντραγκ Τζόρτζεβιτς (Πανηλειακός, Ολυμπιακός) με 375 αγώνες (33.597 λεπτά), 128 γκολ, 71 ασίστ και τον Τόνι Σαβέβσκι (ΑΕΚ) με 340 αγώνες (30.296 λεπτά) και 45 γκολ.


– Ο Γιώργος Γεωργιάδης, με 5 ομάδες, είναι ο παίκτης με τις περισσότερες συμμετοχές τα 20 τελευταία χρόνια: 476, 36.856 λεπτά και 137 γκολ.


– Ο Πρέντραγκ Τζόρτζεβιτς, ο οποίος πανηγύρισε 12 τίτλους με τον Ολυμπιακό, είναι ο παίκτης με τα περισσότερα πρωταθλήματα σε ολόκληρη την ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου.


– Ο Αντώνης Αντωνιάδης (Παναθηναϊκός) είναι ο παίκτης που έχει σημειώσει τα περισσότερα γκολ (39) σε μία σεζόν πρωταθλήματος (1971-72).

ΠΗΓΗ: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Ακολουθήστε το lamiara.gr στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι τα κυανόλευκα νέα στην Ελλάδα και τον υπόλοιπο κόσμο. Ακολουθήστε το lamiara.gr στο Facebook, στο Twitter και στο Instagram για να μαθαίνετε σε χρόνο dt όλα τα νέα.

Απόψεις

ΠΑΣ Λαμία: Μεγάλος για την κατηγορία, μικρός για τον εαυτό του / Του Νίκου Μώκου

Στη Γ’ Εθνική, οι ισορροπίες είναι απλές. Παίζεις, κερδίζεις, ανεβαίνεις. Ή, δεν παίζεις, χάνεις, βυθίζεσαι. Η Λαμία μοιάζει να έχει βρει έναν τρίτο δρόμο: αυτόν της σταδιακής, αθόρυβης, αλλά σταθερής συρρίκνωσης. Όχι αγωνιστικής. Αυτή δεν φαίνεται να υπάρχει με τα δεδομένα της κατηγορίας. Της συρρίκνωσης της ίδιας της υπόστασής της.

Γράφει ο Νίκος Μώκος

Για μια ομάδα που πέρασε μια σχεδόν δεκαετία στα σαλόνια της Super League 1, που έφτιαξε όνομα και αναγνωρισιμότητα, δεν μπορεί η κουβέντα της πόλης να είναι «μας αδικούν», «μας πολεμούν», «μας έχουν βάλει στο μάτι». Αυτά είναι πολυτέλειες των μικρών. Όχι των ομάδων που ζητούν να παραμείνουν μεγάλες, έστω και μέσα σε μια μικρή κατηγορία.

Η Λαμία, αντί να λειτουργεί ως το κεντρικό σημείο αναφοράς του ποδοσφαιρικού χάρτη στον Νομός Φθιώτιδας, επιτρέπει το αντίθετο: Να συζητείται ότι άλλοι έχουν μεγαλύτερη επιρροή. Ακόμη κι εντός των τειχών. Δεν έχει σημασία αν ισχύει σημασία έχει ότι κυκλοφορεί. Και μόνο που κυκλοφορεί, μικραίνει την ομάδα.

Η δυναμική που χτίστηκε με κόπο, με χρήματα, με δουλειά, με ατέλειωτες ώρες ανθρώπων που δεν φαίνονται βρίσκεται σήμερα διάτρητη. Σαν ένα σακάκι καλό που κάποτε φόρεσες σε επίσημες περιστάσεις τώρα το κρατάς στη ντουλάπα, τσαλακωμένο, χωρίς να ξέρεις αν πρέπει να το φορέσεις ξανά ή να το χαρίσεις. Η Λαμία δείχνει να μην ξέρει τι θέλει να είναι. Και αυτό είναι πάντα χειρότερο από το να ξέρεις ότι είσαι μικρός.

Το πιο ανησυχητικό δεν είναι η κατηγορία, είναι ότι φίλαθλοι και περίγυρος, αντί για παράγοντες σταθερότητας, γίνονται πολλαπλασιαστές αμφιβολίας. Ασχολούνται περισσότερο με τις «χάρες» των άλλων παρά με τις δικές τους αδυναμίες. Σαν να ψάχνεις στον διπλανό το γιατί δεν βρέχει, ενώ κρατάς ομπρέλα μέσα στο σαλόνι.

Μια ομάδα με brand, με ιστορική διαδρομή, με εμπειρία ανώτερων επιπέδων, δεν μπορεί να εκπέμπει εικόνα ομάδας-θύματος. Δεν γίνεται να μιλά για «κέντρα αποφάσεων» και «επιρροές» και «αδικίες». Αυτά είναι ομολογίες μειονεξίας. Και οι μεγάλες ομάδες δεν ομολογούν μειονεξία. Τη διορθώνουν. Βέβαια αυτό απαιτεί και ισχυρό διοικητικό αποτύπωμα. Κάτι που σε αυτή την έκδοση του ΠΑΣ Λαμία, με όσα προηγήθηκαν το καλοκαίρι και όσα ισχύουν σήμερα, λείπει. Μιλάμε για μία διοίκηση πρωτοδικείου που πήρε τη καυτή πατάτα άλλωστε. Δεν μπορούν να υπάρχουν απαιτήσεις.

Η Λαμία μπορεί να επιστρέψει. Έχει τον κόσμο, έχει το όνομα, έχει τη βάση. Αυτό που δεν έχει και πρέπει να ξαναβρεί είναι αυτοπεποίθηση. Όχι αλαζονεία. Αυτοπεποίθηση.

Αν η Λαμία συνεχίσει να μικραίνει τον εαυτό της, δεν θα χρειαστεί κανείς άλλος να το κάνει.

Όταν αποφασίσει να συνειδητοποιήσει ότι είναι μεγάλη, τότε η Γ’ Εθνική θα μοιάζει από μόνη της πολύ μικρή.

Ακολουθήστε το lamiara.gr στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι τα κυανόλευκα νέα στην Ελλάδα και τον υπόλοιπο κόσμο. Ακολουθήστε το lamiara.gr στο Facebook, στο Twitter και στο Instagram για να μαθαίνετε σε χρόνο dt όλα τα νέα.

Περισσότερα

STAY SOCIAL – STAY LAMIARA.GR

homadamou

Δημοφιλή